έμψυχος


έμψυχος
[эмпсихос] εκ. одушевлённый, живой,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "έμψυχος" в других словарях:

  • έμψυχος — η, ο (AM ἔμψυχος, ον) αυτός που έχει ψυχή, ζωή, κίνηση, ο ζωντανός («μὴ κτείνειν τὸ ἔμψυχον», Αριστοτ.) αρχ. 1. (για λόγο) ζωηρός, ζωντανός, δυνατός 2. κρύος, ψυχρός 3. το ουδ. ως ουσ. τὰ ἔμψυχα τα ζώα. επίρρ... εμψύχως ψυχωμένα, ζωηρά, δυνατά …   Dictionary of Greek

  • ἔμψυχος — ἔμψῡχος , ἔμψυχος having life in one masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έμψυχος — η, ο 1. που έχει ψυχή (ζωή), ο ζωντανός. 2. (για λόγο), ζωηρός, δυνατός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ἔμψυχος νεκρός. — См. Заживо умереть …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Liste griechischer Phrasen/Beta — Beta Inhaltsverzeichnis 1 Βάλανε το λύκο να φυλάει τα πρόβατα …   Deutsch Wikipedia

  • ἐμψυχότερον — ἐμψῡχότερον , ἔμψυχος having life in one adverbial comp ἐμψῡχότερον , ἔμψυχος having life in one masc acc comp sg ἐμψῡχότερον , ἔμψυχος having life in one neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Geflügelte Worte (Antike) — Alpha und Omega, Anfang und Ende, kombiniert zu einem Buchstaben Diese Liste ist eine Sammlung alt und neugriechischer Phrasen, Sprichwörter und Redewendungen. Sie beschreibt ihren Gebrauch und gibt, wo möglich, die Quellen an. Graeca non… …   Deutsch Wikipedia

  • ἐμψυχοτέρα — ἐμψῡχοτέρᾱ , ἔμψυχος having life in one fem nom/voc/acc comp dual ἐμψῡχοτέρᾱ , ἔμψυχος having life in one fem nom/voc comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμψυχότατα — ἐμψῡχότατα , ἔμψυχος having life in one adverbial superl ἐμψῡχότατα , ἔμψυχος having life in one neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμψύχως — ἐμψύ̱χως , ἔμψυχος having life in one adverbial ἐμψύ̱χως , ἔμψυχος having life in one masc/fem acc pl (doric) ἐμψυχόω animate imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἐμψύ̱χως , ἐμψυχόω animate imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)